διδράσκω

διδράσκω,
A run away, Hsch.: [tense] pf.,

δέδρᾱκα τοῦ καπηλείου Eun.Hist. p.255

D.: [tense] aor. imper. δράντων prob. l. in Tab.Defix.Aud.26 (Crete, iii B. C.); part.

δράσαντα POxy.1423.6

(iv A. D.); but mostly found in compds., esp. ἀπο-.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διδράσκω — (Α) δραπετεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Οι τύποι διδράσκω, δρόμος, άδραστος, δραπέτης απαρτίζουν ενδιαφέρουσα ομάδα λέξεων που ανάγονται πιθ. σε αρχική IΕ ρίζα *der «τρέχω». Υποστηρίζεται ότι η μηδενισμένη μορφή τής ρίζας (παρεκτεταμένη με e∂2 : *dr e∂2 >)… …   Dictionary of Greek

  • καταέδρα — κατά διδράσκω run away aor ind act 3rd sg (epic) καταέδρᾱ , κατά διδράσκω run away aor ind act 3rd sg (doric) καταέδρᾱ , κατά δράω do imperf ind act 3rd sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέδρα — κατά διδράσκω run away aor ind act 3rd sg (epic) κατέδρᾱ , κατά διδράσκω run away aor ind act 3rd sg (doric) κατέδρᾱ , κατά δράω do imperf ind act 3rd sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντάνδρην — ἀντί , ἀνά διδράσκω run away aor ind act 3rd pl (epic doric aeolic) ἀντί , ἀνά διδράσκω run away aor ind act 1st sg (homeric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄνδραν — ἀνά διδράσκω run away aor ind act 3rd pl (epic) ἀνά διδράσκω run away aor ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπενέδρα — ἐπί , ἐν διδράσκω run away aor ind act 3rd sg (epic) ἐπενέδρᾱ , ἐπί , ἐν διδράσκω run away aor ind act 3rd sg (doric) ἐπενέδρᾱ , ἐπί ἐνιδρόω sweat in imperf ind act 3rd sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔσδραν — εἰσ διδράσκω run away aor ind act 3rd pl (epic) εἰσ διδράσκω run away aor ind act 1st sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑποδιδρήσκουσι — ὑπό διδράσκω run away pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ὑπό διδράσκω run away pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • НЕМЕСИДА —    • Nemĕsis,          Νέμεσις. Гомер еще не знает Н. как богини; слово это у него встречается обыкновенно в соединении ου̉ νέμεσις (это не заслуживает упрека, тут нечего порицать). У Гесиода, напротив, Н. является уже богиней, дочерью Ночи… …   Реальный словарь классических древностей

  • Adrastéa — ADRASTÉA, æ, Gr. Ἀδράστεια, ας, ist so viel, als Nemesis, oder die Rach. göttinn, und hat ihren Namen entweder von dem α privativo und δράω, ich thue, weil sie nichts in ihrem Thun aufhalten kann; oder auch von διδράσκω, ich fliehe, weil ihr… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • Αδράστεια — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Νύμφη, κόρη του βασιλιά της Κρήτης Μελισσέα. Όταν η Ρέα θέλοντας να απαλλάξει τον νεογέννητο γιο της Δία από την τύχη των άλλων της παιδιών τον παρέδωσε στη Γαία, εκείνη τον μετέφερε στην Κρήτη, τον έκρυψε στο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.